| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.693.887 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συνηθίζω |
0,02 sec. |
|
συνηθίζω habit, used to, accustom ρ μετβ συνηθίζω [sini'θizo] ρ αμετβ συνηθίζω 1 έχω τη συνήθεια avoir l'habitude Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|