| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.361.105 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
συνθηκολόγηση |
0,01 sec. |
|
|
συνθηκολόγηση parley استسلام כניעה 降伏 항복
ουσ θ συνθηκολόγηση [sinθiko'loʝisi] υποχώρηση, απόφαση για ειρήνη capitulation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|