| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.361.412 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
συνθλίβω |
0,01 sec. |
|
|
συνθλίβω crush, squash écraser يَسحق rozdrtit knuse zerquetschen aplastar musertaa zdrobiti schiacciare 押しつぶす 으깨다 in elkaar drukken knuse zgnieść esmagar дробить krossa บดละเอียด ezmek ép 压碎
ρ μετβ συνθλίβω [sin'θlivo] ρ μεσοπαθ συνθλίβομαι [sin'θlivome] être écrasé/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|