Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.751.093 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

συνοδεύω

0,01 sec.
συνοδεύω accompany, escort accompagner, escorter يُرافق, يُصَاحِب doprovodit, eskorta eskortere, ledsage begleiten acompañar, escoltar saattaa, tulla mukaan pratiti, pratnja accompagnare 同行する, 護衛する 동행하다, 호위하다 begeleiden, escorteren eskortere, følge odeskortować, towarzyszyć acompanhar, escoltar сопровождать eskortera, följa med ไปเป็นเพื่อน, การคุ้มครอง eşlik etmek đi cùng, hộ tống 护卫, 陪同
ρ μετβ συνοδεύω [sino'ðevo]
1 ακολουθώ accompagnerescorter
Με συνόδευσε στο μπαρ. Il m'a accompagné au bar.
2 σερβίρω μαζί με κτ άλλο accompagner
Με τι κρασί να συνοδεύσω τη σαλάτα; Quel vin pour accompagner une salade ?
3 παίζω μουσική μαζί με κπ accompagner
συνοδεύω κπ στο πιάνο accompagner qqn au piano


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.