| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.751.093 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συνοδεύω |
0,01 sec. |
|
συνοδεύω accompany, escort accompagner, escorter يُرافق, يُصَاحِب doprovodit, eskorta eskortere, ledsage begleiten acompañar, escoltar saattaa, tulla mukaan pratiti, pratnja accompagnare 同行する, 護衛する 동행하다, 호위하다 begeleiden, escorteren eskortere, følge odeskortować, towarzyszyć acompanhar, escoltar сопровождать eskortera, följa med ไปเป็นเพื่อน, การคุ้มครอง eşlik etmek đi cùng, hộ tống 护卫, 陪同 ρ μετβ συνοδεύω [sino'ðevo] 1 ακολουθώ accompagnerescorter Με συνόδευσε στο μπαρ. Il m'a accompagné au bar. 2 σερβίρω μαζί με κτ άλλο accompagner 3 παίζω μουσική μαζί με κπ accompagner συνοδεύω κπ στο πιάνο accompagner qqn au piano Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|