| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.327.772 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συνοδός |
0,01 sec. |
|
συνοδός صاحب společník ledsager Begleiter companion compañero kumppani compagnon pratilac compagno 仲間 동반자 metgezel ledsager towarzysz companheiro попутчик följeslagare เพื่อนเดินทาง arkadaş bạn đồng hành 同伴 ουσ α/θ συνοδός [sino'ðos] αυτός που συνοδεύει κπ σε κτ accompagnateur; accompagnatrice συνοδός στο χορό un accompagnateur de danse συνοδός στα ταξίδια un accompagnateur de voyage Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|