| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.175.403 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συνομήλικος |
0,02 sec. |
|
συνομήλικος επίθ α / θ / ουδ συνομήλικος, συνομήλικη, συνομήλικο [sino'milikos, sino'milici, sino'miliko] που έχει την ίδια ηλικία du même âge Είμαστε συνομήλικοι. Nous sommes du même âge. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|