| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.598.396 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συντήρηση |
0,02 sec. |
|
συντήρηση conservation, maintenance, upkeep conservation, maintenance, entretien صيانة údržba vedligeholdelse Instandhaltung mantenimiento ylläpito održavanje manutenzione 維持 유지보수 onderhoud opprettholdelse utrzymanie manutenção техническое обслуживание underhåll การดูแลรักษา bakım sự duy trì 维护 ουσ θ συντήρηση [si'ndirisi] η διατήρηση entretien; conservation συντήρηση κτιρίου l'entretien d'un bâtiment συντήρηση τροφών la conservation des aliments Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|