Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.233.046 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

συνταξιοδότηση

0,02 sec.
συνταξιοδότηση départ à la retraite, retraite
συνταξιοδότηση تقاعد
συνταξιοδότηση odchod do důchodu
συνταξιοδότηση pension
συνταξιοδότηση Ruhestand
συνταξιοδότηση retirement
συνταξιοδότηση jubilación
συνταξιοδότηση eläkevuodet
συνταξιοδότηση mirovina
συνταξιοδότηση pensionamento
συνταξιοδότηση 退職
συνταξιοδότηση 퇴직
συνταξιοδότηση pensioen
συνταξιοδότηση avgang
συνταξιοδότηση przejście na emeryturę
συνταξιοδότηση aposentadoria, reforma
συνταξιοδότηση выход на пенсию
συνταξιοδότηση pension
συνταξιοδότηση การปลดเกษียน
συνταξιοδότηση emeklilik
συνταξιοδότηση sự về hưu
συνταξιοδότηση 退休


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.