| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.371.795 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
συντετριμμένος |
0,02 sec. |
|
|
συντετριμμένος devastated, heartbroken συντετριμμένος dévasté, cœur brisé συντετριμμένος مدمر, مكسور القلب من شدة الحزن συντετριμμένος zarmoucený, zdrcený συντετριμμένος fortvivlet συντετριμμένος erschüttert, untröstlich συντετριμμένος anonadado, desconsolado συντετριμμένος kauhistunut, murheellinen συντετριμμένος opustošen, slomljena srca συντετριμμένος addolorato, devastato συντετριμμένος 悲嘆に暮れた, 打ちのめされた συντετριμμένος 망연자실한, 비탄에 잠긴 συντετριμμένος diepbedroefd, van streek zijn van συντετριμμένος sønderknust συντετριμμένος zdewastowany, ze złamanym sercem συντετριμμένος desiludido, devastado συντετριμμένος опустошенный, с разбитым сердцем συντετριμμένος förkrossad, förtvivlad συντετριμμένος ทำให้ท่วมท้นด้วยความรู้สึก, อกหัก συντετριμμένος kalbi kırık, mahvolmuş συντετριμμένος bị tàn phá, thất tình Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|