| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.321.608 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συντηρώ |
0,01 sec. |
|
συντηρώ entretenir, maintenir conserve, preserve, sustain, maintain يصون udržet bevare erhalten mantener ylläpitää održavati mantenere 維持する 유지하다 onderhouden opprettholde utrzymać manter поддерживать underhålla ดูแลรักษา varolanı korumak duy trì 维持 ρ μετβ συντηρώ [sindi'ro] 2 επιδιορθώνω entretenirrestaurer συντηρώ κτίριο entretenir un bâtiment Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|