| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.373.010 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
συντομεύω |
0,03 sec. |
|
|
συντομεύω abréger, raccourcir abbreviate, abridge
ρ μετβ συντομεύω [sindo'mevo] κάνω κτ να γίνει πιο γρήγορα raccourcirabréger συντομεύω απόσταση raccourcir une distance συντομεύω μια συζήτηση abréger une discussion Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|