| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.963.283 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συντονίζω |
0,01 sec. |
|
συντονίζω attune ρ μετβ συντονίζω [sindo'nizo] 1 ρυθμίζω, οργανώνω coordonner συντονίζω δραστηριότητες coordonner des activités συντονίζω τις κινήσεις μου coordonner ses gestes 2 διευθύνω animer συντονίζω συζήτηση animer une discussion Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|