| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.052.891 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συντονισμένος |
0,01 sec. |
|
συντονισμένος επίθ α / θ / ουδ συντονισμένος, συντονισμένη, συντονισμένο [sindoni'zmenos, sindoni'zmeni, sindoni'zmeno] λειτουργικός, καλά ρυθμισμένος coordonné/-ée συντονισμένες κινήσεις des mouvements coordonnés συντονισμένη οργάνωση une organisation coordonnée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|