| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.379.069 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
συντριπτικός |
0,01 sec. |
|
|
συντριπτικός overwhelming, devastating مسبب لدمار هائل pustošivý ødelæggende verheerend devastador tuhoisa dévastateur razorni devastante さんざんな 황폐시키는 vernietigend knusende niszczycielski devastador опустошительный förkrossande ซึ่งก่อให้เกิดความเสียหายอย่างมาก yıkıcı tàn phá 毁灭性的
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|