| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.196.176 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συρματόπλεγμα |
0,02 sec. |
|
συρματόπλεγμα grillage, barbelé سِلك شائك ostnatý drát pigtråd Stacheldraht barbed wire alambre de espino, alambre de púas piikkilanka bodljikava žica filo spinato 有刺鉄線 철조망 prikkeldraad piggtråd drut kolczasty arame farpado колючая проволока taggtråd เส้นลวด dikenli tel dây thép gai 铁丝网 ουσ ουδ συρματόπλεγμα [sirma'topleɣma] συρμάτινος φράχτης fil de fer αγκαθωτό συρματόπλεγμα un fil de fer barbelé Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|