Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.380.571 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

συρράπτω

0,03 sec.
συρράπτω sešít, sešít sešívačkou
συρράπτω hæfte sammen, sy sammen
συρράπτω heften, zunähen
συρράπτω sew up, staple
συρράπτω grapar, suturar
συρράπτω nitoa, ommella kiinni
συρράπτω agrafer, recoudre
συρράπτω sašiti, zaklamati
συρράπτω pinzare, ricucire
συρράπτω ホッチキスで留める, 縫い合わせる
συρράπτω 스테이플로 고정시키다, 완전히 꿰매어 버리다
συρράπτω dichtnaaien, nieten
συρράπτω stifte, sy opp
συρράπτω przypiąć, zaszyć
συρράπτω agrafar, grampear, remendar
συρράπτω häfta, sy till
συρράπτω ซ่อมแซมโดยการเย็บ, ติดด้วยลวดเย็บกระดาษ
συρράπτω dikmek, zımbalamak
συρράπτω dập ghim, khâu lại
συρράπτω 分类, 缝合


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.