| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.836.731 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συρρίκνωση |
0,02 sec. |
|
συρρίκνωση ουσ θ συρρίκνωση [si'riknosi] μείωση όγκου rétrécissement; contraction συρρίκνωση μυών un rétrécissement des muscles Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|