| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.381.073 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
συρραπτικό |
0,01 sec. |
|
|
συρραπτικό دَبَّاسَة sešívačka hæftemaskine Hefter stapler grapadora nitoja agrafeuse klamerica cucitrice ホッチキス 호치키스 nietapparaat stiftemaskin zszywacz agrafador, grampeador сшиватель häftapparat ที่เย็บกระดาษ tel zımba cái dập ghim 订书机
ουσ ουδ συρραπτικό [sirapti'ko] μηχάνημα για την ένωση φύλλων χαρτιού agrafeuse Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|