| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.284.527 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συρρικνώνω |
0,01 sec. |
|
συρρικνώνω ρ μετβ συρρικνώνω [siri'knono] κάνω κτ να μαζευτεί contracterrétrécir ρ μεσοπαθ συρρικνώνομαι [siri'knonome] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|