| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.757.790.576 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συσκευή |
0,02 sec. |
|
συσκευή device, apparatus, appliance appareil, dispositif جِهاز, مُعَدَّة spotřebič, zařízení anordning, apparat Gerät aparato, dispositivo laite namjena, naprava apparecchio, dispositivo 器具, 装置 기구, 장치 apparaat, toestel hjelpemiddel, innretning urządzenie aparelho, dispositivo устройство anordning, redskap เครื่องใช้, อุปกรณ์ araç, cihaz thiết bị 器件, 器具 ουσ θ συσκευή [sisce'vi] μηχάνημα με κπ λειτουργία appareil ηλεκτρικές συσκευές des appareils électriques Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|