| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.048.844 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συσσώρευση |
0,02 sec. |
|
συσσώρευση accumulation accumulation ουσ θ συσσώρευση [si'sorefsi] αύξηση, συγκέντρωση accumulation; entassement συσσώρευση προβλημάτων une accumulation de problèmes Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|