| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.876.419 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συστατικός |
0,02 sec. |
|
συστατικός constituent, component مكون dílčí del- Teil- integrante osa- composant sastavni componente 構成している 구성하고 있는 samenstellend del- składowy componente составляющий del- เกี่ยวกับส่วนประกอบ bileşen hợp thành 组成的 επίθ συστατικός, συστατική, συστατικό [sistati'kos, sistati'ci, sistati'ko] που γίνεται στο όνομα κάποιου de recommandation συστατική επιστολή une lettre de recommandation ουσ ουδ συστατικό στοιχείο που μαζί με άλλα αποτελεί τη σύσταση υλικού ingrédient; composant τα συστατικά συνταγής les ingrédients d'une recette τα συστατικά του αίματος les composants du sang Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|