| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.282.237 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
συστηματικός |
0,02 sec. |
|
συστηματικός systematic systématique نظامي systematický systematisk systematisch sistemático järjestelmällinen sistematičan sistematico 体系的な 조직적인 systematisch systematisk systematyczny sistemático систематический systematisk ซึ่งเป็นระบบ sistemli có hệ thống 有系统的 επίθ α / θ / ουδ συστηματικός, συστηματική, συστηματικό [sistimati'kos, sistimati'ci, sistimati'ko] 1 μεθοδικός, οργανωμένος méthodique 2 που επαναλαμβάνεται systématique συστηματική καταστροφή une destruction systématique επίρρ συστηματικά [sistimati'ka] systématiquementd'une manière systématique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|