| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.394.985 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
συχνός |
0,01 sec. |
|
|
συχνός fréquent, continuel frequent, continual متكرر, متواصل častý, neustálý hyppig, vedvarende häufig, ununterbrochen continuo, frecuente jatkuva, usein tapahtuva neprekidan, učestao continuo, frequente たびたびの, 継続的な 연속적인, 잦은 aanhoudend, frequent ofte, ustanselig ciągły, częsty contínuo, frequente, freqüente постоянный, частый ofta förekommande, ständig ต่อเนื่อง, บ่อยๆ sık, sürekli thường xuyên 连续的, 频繁的
επίθ α / θ / ουδ συχνός, συχνή, συχνό [si'xnos, si'xni, si'xno] επίρρ συχνά [si'xna] τακτικά souventfréquemment Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|