Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.988.969 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

συχνός

0,02 sec.
συχνός fréquent, continuel frequent, continual متكرر, متواصل častý, neustálý hyppig, vedvarende häufig, ununterbrochen continuo, frecuente jatkuva, usein tapahtuva neprekidan, učestao continuo, frequente たびたびの, 継続的な 연속적인, 잦은 aanhoudend, frequent ofte, ustanselig ciągły, częsty contínuo, frequente, freqüente постоянный, частый ofta förekommande, ständig ต่อเนื่อง, บ่อยๆ sık, sürekli thường xuyên 连续的, 频繁的
επίθ α / θ / ουδ συχνός, συχνή, συχνό [si'xnos, si'xni, si'xno]
που επαναλαμβάνεται τακτικά fréquent/-enterécurent/-ente
συχνές επισκέψεις des visites fréquentes
συχνό φαινόμενο un phénomène récurent
επίρρ συχνά [si'xna] τακτικά souventfréquemment


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.