| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.395.825 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σφίγγω |
0,01 sec. |
|
|
σφίγγω clench, clutch, constrict, tighten, clamp, clasp, grasp, grip pincer, serrer يُضَيْق, يمسك بإحكام sevřít, utáhnout gribe, stramme festziehen, greifen apretar, coger con fuerza kiristää, tarttua uhvatiti, zategnuti afferrare, stringere しっかりつかむ, 締める 단단히 잡다, 단단히 죄다 aanhalen, vastpakken gripe, stramme chwycić, zacisnąć apertar, segurar затягивать, сжать dra åt, greppa จับอย่างแน่น, ทำให้แน่นหรือตึงขึ้น sıkılamak, sımsıkı kavramak cầm chặt, thắt chặt 弄紧, 抓住
ρ μετβ σφίγγω ['sfiŋgo] 1 κάνω κτ να είναι πιο σφιχτό (re)serrer σφίγγω τη βίδα serrer la vis 3 κρατάω με πίεση serrer σφίγγω το χέρι κάποιου serrer la main de qqn σφίγγω τα δόντια προσπαθώ serrer les dents ρ αμετβ σφίγγω γίνομαι σφιχτός se raffermir ρ μεσοπαθ σφίγγομαι ['sfiŋgome] δυσκολεύομαι avoir un mal de chien/avoir du mal Σφίχτηκα οικονομικά. J'ai été serré financièrement. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|