Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.544.759 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

σφηνωμένος

0,02 sec.
σφηνωμένος مضغوط
σφηνωμένος zaseknutý
σφηνωμένος blokeret
σφηνωμένος blockiert
σφηνωμένος jammed
σφηνωμένος atascado
σφηνωμένος jumissa
σφηνωμένος coincé
σφηνωμένος pretrpan
σφηνωμένος bloccato
σφηνωμένος ぎっしり詰め込んだ
σφηνωμένος 끼여서 못움직이게 된
σφηνωμένος bekneld
σφηνωμένος fastklemt
σφηνωμένος zapchany
σφηνωμένος emperrado
σφηνωμένος застрявший
σφηνωμένος ha fastnat
σφηνωμένος แทรกวัตถุเข้าไปในที่แคบ
σφηνωμένος sıkışmış
σφηνωμένος kẹp
σφηνωμένος 塞满的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.