| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.544.759 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σφηνωμένος |
0,02 sec. |
|
σφηνωμένος مضغوط σφηνωμένος zaseknutý σφηνωμένος blokeret σφηνωμένος blockiert σφηνωμένος jammed σφηνωμένος atascado σφηνωμένος jumissa σφηνωμένος coincé σφηνωμένος pretrpan σφηνωμένος bloccato σφηνωμένος ぎっしり詰め込んだ σφηνωμένος 끼여서 못움직이게 된 σφηνωμένος bekneld σφηνωμένος fastklemt σφηνωμένος zapchany σφηνωμένος emperrado σφηνωμένος застрявший σφηνωμένος ha fastnat σφηνωμένος แทรกวัตถุเข้าไปในที่แคบ σφηνωμένος sıkışmış σφηνωμένος kẹp σφηνωμένος 塞满的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|