| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.490.399 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σφιχτός |
0,02 sec. |
|
σφιχτός hard-boiled, thick, tight, firm dur, serré, ferme راسخ, مُحْكَم natažený, pevný fast, stram fest, straff ajustado, firme kiinteä, kireä čvrst, zategnut sodo, stretto ぴんと張った, 堅い 단단한, 팽팽한 stevig, strak fast, stram ciasny, mocny apertado, firme твердый, тугой fast, tajt แข็ง, คับแน่น sıkı căng, chắc chắn 紧的, 结实的 επίθ α / θ / ουδ σφιχτός, σφιχτή, σφιχτό [sfi'xtos, sfi'xti, sfi'xto] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|