| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.240.904 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σφουγγάρισμα |
0,01 sec. |
|
σφουγγάρισμα ουσ ουδ σφουγγάρισμα [sfuŋ'garizma] το να σφουγγαρίζω lavage (du sol) Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|