| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.561.999 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σφουγγίζω |
0,02 sec. |
|
σφουγγίζω يمسح σφουγγίζω otřít σφουγγίζω tørre σφουγγίζω wischen σφουγγίζω wipe σφουγγίζω limpiar σφουγγίζω pyyhkiä σφουγγίζω essuyer σφουγγίζω brisati σφουγγίζω strofinare σφουγγίζω 拭く σφουγγίζω 닦다 σφουγγίζω vegen σφουγγίζω tørke (av) σφουγγίζω wytrzeć σφουγγίζω limpar com um pano σφουγγίζω вытирать σφουγγίζω torka σφουγγίζω เช็ดออก σφουγγίζω silmek σφουγγίζω lau chùi σφουγγίζω 擦 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|