| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.117.134 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σφουγγαρίζω |
0,02 sec. |
|
σφουγγαρίζω mop, mop up يَهزم هزيمة كاملة vytřít tørre op aufwischen fregar mopata éponger obrisati pulire il pavimento モップでぬぐい取る 대걸레로 닦다 opdweilen moppe opp zetrzeć limpar o chão вытирать torka upp เช็ดทำความสะอาดด้วยไม้ถูพื้น paspaslamak lau nhà 擦 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|