| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.398.765 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σφράγισμα |
0,01 sec. |
|
|
σφράγισμα scellement filling selo sello Siegel sigillo pieczęć печат
ουσ α σφράγισμα ['sfraʝizma] 2 το να σφραγίζω δόντι obturation σφράγισμα δοντιού une obturation dentaire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|