| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.405.149 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σφύριγμα |
0,01 sec. |
|
|
σφύριγμα whistle sifflement Whistle apito silbato свисток Píšťalka 휘파람
ουσ ουδ σφύριγμα ['sfiriɣma] το να σφυρίζει κν sifflement; coup de sifflet Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|