Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.970.785 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

σχεδιάζω

0,02 sec.
σχεδιάζω design, draw, plan dessiner, esquisser, créer, prévoir malen, entwerfen, planen يُخطِط, يُصِمم naplánovat, navrhnout designe, planlægge diseñar, planear suunnitella osmisliti, planirati progettare デザインする, 計画する 계획하다, 디자인하다 ontwerpen, plannen formgi, planlegge zaplanować, zaprojektować planear, planejar, projectar, projetar планировать, разрабатывать planera, utforma วางแผน, ออกแบบ planlamak, tasarlamak thiết kế, vạch kế hoạch 计划, 设计
ρ μετβ σχεδιάζω [sçeði'azo]
1 αποτυπώνω με μολύβι σχήμα ή εικόνα dessinercroquer
σχεδιάζω ένα τοπίο dessiner un paysage
σχεδιάζω ένα σπίτι faire les plans d'une maison
2 κάνω σχέδια για το μέλλον planifier
σχεδιάζω ένα ταξίδινα ταξιδέψω planifier un voyage/de voyager


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.