| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.306.795 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σχετικός |
0,02 sec. |
|
σχετικός corresponding, relevant, germane, related relatif, lié مرتبط příbuzný forbundet verwandt emparentado sukua oleva srodan imparentato 親類の 관계가 있는 gerelateerd beslektet związany relacionado связанный vara släkt med เป็นญาติกัน akraba có quan hệ 相关的 επίθ α / θ / ουδ σχετικός, σχετική, σχετικό [sçeti'kos, sçeti'ci, sçeti'ko] 1 που συμβαίνει σε μικρό βαθμό certain/-aine σχετική ηρεμία un certain calme Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|