Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.306.795 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

σχετικός

0,02 sec.
σχετικός corresponding, relevant, germane, related relatif, lié مرتبط příbuzný forbundet verwandt emparentado sukua oleva srodan imparentato 親類の 관계가 있는 gerelateerd beslektet związany relacionado связанный vara släkt med เป็นญาติกัน akraba có quan hệ 相关的
επίθ α / θ / ουδ σχετικός, σχετική, σχετικό [sçeti'kos, sçeti'ci, sçeti'ko]
1 που συμβαίνει σε μικρό βαθμό certain/-aine
σχετική ηρεμία un certain calme
2 που έχει σχέση με κτ relatif/-ive
συμπτώματα σχετικά με την αρρώστια des symptômes relatifs à la maladie
επίρρ σχετικά [sçeti'ka] relativement
σχετικά ακριβός relativement cher


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.