| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.407.782 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σχηματίζω |
0,01 sec. |
|
|
σχηματίζω fashion, shape
ρ μετβ σχηματίζω [sçima'tizo] 3 οργανώνω former σχηματίζω κυβέρνηση former un gouvernement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|