| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.413.708 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σχολαστικός |
0,01 sec. |
|
|
σχολαστικός rigorous, pedant, meticulous, pedantic, fussy rigoureux, scolastique, tatillon صَعْب الإرضاء vybíravý pertentlig kleinlich quisquilloso nirso sitničav esigente 騒ぎたてる 야단법석하는 druk masete grymaśny cheio de pormenores, exigente суетливый tjafsig จู้จี้ yaygaracı om sòm 爱挑剔的
επίθ α / θ / ουδ σχολαστικός, σχολαστική, σχολαστικό [sxolasti'kos, sxolasti'ci, sxolasti'ko] που προσέχει υπερβολικά κάθε λεπτομέρεια méticuleux/-euseminutieux/-euse επίρρ σχολαστικά [sxolasti'ka] méticuleusement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|