| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.605.399 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σωλήνας |
0,03 sec. |
|
σωλήνας pipe, tube, tubing tube, tuyau نفق سكك حديدية tuba rør Rohr tubo putki podzemna željeznica metropolitana 管 관 buisje rør rura tubo труба tunelbana หลอด tüp ống 管子 ουσ α σωλήνας [so'linas] 1 κυλινδρικό μακρύ αντικείμενο για μεταφορά υγρών ή αερίων tuyau; tube σωλήνας εξάτμισης un pot d'échappement 2 πέρασμα στον οργανισμό tube o αναπνευστικός σωλήνας le tube respiratoire ο πεπτικός σωλήνας le tube digestif (δοκιμαστικός) σωλήνας γυάλινο κυλινδρικό δοχείο πειραμάτων éprouvette παιδί του σωλήνα un bébé éprouvette Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|