Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.370.553 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

σωματική αντοχή

0,02 sec.
σωματική αντοχή قدرة على الاحتمال
σωματική αντοχή výdrž
σωματική αντοχή udholdenhed
σωματική αντοχή Durchhaltevermögen
σωματική αντοχή stamina
σωματική αντοχή resistencia
σωματική αντοχή kestävyys
σωματική αντοχή endurance
σωματική αντοχή izdržljivost
σωματική αντοχή resistenza
σωματική αντοχή スタミナ
σωματική αντοχή 스태미나
σωματική αντοχή uithoudingsvermogen
σωματική αντοχή utholdenhet
σωματική αντοχή wytrzymałość
σωματική αντοχή resistência
σωματική αντοχή выносливость
σωματική αντοχή uthållighet
σωματική αντοχή ความทรหดอดทน ความแข็งแกร่งที่ยืนหยัดอยู่ได้นาน
σωματική αντοχή dayanıklılık
σωματική αντοχή sự dẻo dai
σωματική αντοχή 耐力


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.