| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.349.045 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σωματικός |
0,02 sec. |
|
σωματικός corporel, somatique, physique corporal, physical بدني tělesný fysisk körperlich físico ruumiillinen fizički fisico 身体の 신체의 fysiek fysisk fizyczny físico физический fysisk เกี่ยวกับร่างกาย fiziksel thuộc về thân thể 身体的 επίθ α / θ / ουδ σωματικός, σωματική, σωματικό [somati'kos, somati'ci, somati'ko] σχετικός με το σώμα corporel/-elle σωματικός πόνος une douleur corporelle επίρρ σωματικά [somati'ka] corporellement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|