| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.350.289 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σωπαίνω |
0,04 sec. |
|
σωπαίνω se taire замолчать, молчать, закрыть silence, shut up يَسكُت umlčet holde mund den Mund halten callarse olla hiljaa zašutjeti tacere 黙る 입 다물다 zwijgen ti stille zamknąć się calar a boca hålla käften หุบปาก susmak câm mồm 闭嘴 ρ αμετβ σωπαίνω [so'peno] σταματάω να μιλάω se tairerester silencieux/-ieuse Σώπα επιτέλους! Tais-toi, enfin ! Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|