| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.099.300 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σύζυγος |
0,02 sec. |
|
σύζυγος husband, spouse, wife edzino, edzo conjoint, épouse, époux, femme, mari marido, mujer, cónyuge, esposa زَوْج, زوجة manžel, manželka ægtefælle, kone, mand Ehefrau, Ehemann, Gatte aviomies, puoliso, vaimo muž, supružnik, žena consorte, marito, moglie 夫, 妻, 配偶者 남편, 배우자, 아내 echtgenoot, vrouw ektefelle, ektemann, kone małżonek, mąż, żona cônjuge, esposa, marido жена, муж, супруг fru, maka/make, man ภรรยา, สามี, สามีหรือภรรยา eş, karı, koca chồng, vợ 丈夫, 妻子, 配偶 ουσ α/θ πληθυντικός σύζυγοι ['siziʝi] ζευγάρι παντρεμένων époux Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|