| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.430.798 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σύλληψη |
0,03 sec. |
|
|
σύλληψη arrest, apprehension, conception arrestation اعتقال zatčení arrestation Verhaftung arresto pidätys uhićenje arresto 逮捕 체포 stilstand arrestasjon aresztowanie apreensão задержание gripande การจับกุม tutuklama sự bắt giữ 逮捕 מעצר
ουσ θ σύλληψη ['silipsi] 1 το να συλλαμβάνει κν κπ arrestation η σύλληψη υπόπτου l'arrestation d'un suspect 2 η ιδέα conception η σύλληψη ενός αρχιτεκτονικού σχεδίου la conception d'un projet architectural Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|