| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.493.586 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σύμβαση |
0,01 sec. |
|
σύμβαση convention ουσ θ σύμβαση ['simvasi] 1 συμβόλαιο contrat; accord σύμβαση εργασίας un contrat de travail 2 άγραφοι κανονισμοί convention οι κοινωνικές συμβάσεις les conventions sociales Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|