| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.431.729 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σύμπτωση |
0,01 sec. |
|
|
σύμπτωση coincidence, chance, concurrence coincidence, coïncidence تزامن náhoda sammentræf Zufall casualidad, coincidencia yhteensattuma podudarnost coincidenza 事が同時に起こること 동시 발생 toeval sammentreff zbieg okoliczności coincidência совпадение tillfällighet ความสอดคล้องต้องกัน rastlantı trùng hợp ngẫu nhiên 巧合 съвпадение 巧合 צירוף מקרים
ουσ θ σύμπτωση ['simptosi] 1 τυχαίο γεγονός coïncidence απλή σύμπτωση une simple coïncidence από σύμπτωση un concours de circonstances κατά σύμπτωση par hasard 2 συμφωνία concordance σύμπτωση απόψεων une concordance d'opinions Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|