| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.840.313 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σύνδεσμος |
0,02 sec. |
|
σύνδεσμος association, conjunction, ligament, anchor, contact, bond ligamento association, conjonction, ligament, lien liame, conexão, elo de ligação سَند pouto bånd Bindung vínculo side veza legame 縛るもの 묶는 것 band bånd więź связь band ข้อผูกมัด bağlayıcı giao kèo 结合 ουσ α σύνδεσμος ['sinðezmos] 1 ένωση, σύλλογος association σύνδεσμος επιστημόνων une association scientifique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|