Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.724.356.415 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

σύνολο

0,01 sec.
σύνολο body, set, sum, total, whole множество, итог, целое إجمالي, وحدة كاملة celek, součet hele, samlet antal Ganzes, Summe todo, total kokonaismäärä, kokonaisuus total, tout cjelina, total totale, tutto 全体, 合計 전체, 합계 geheel, totaal hele, sum całość, suma total helhet, summa ผลรวม, สิ่งที่ครบถ้วน bütün, toplam tất cả, tổng số 全部, 总数
ουσ ουδ σύνολο ['sinolo]
1 όλος ensemble; totalité
το σύνολο των μαθητών l'ensemble des élèves
2 το άθροισμα total
το σύνολο των εξόδων παραγωγής le total des frais de production
3 η ομάδα ensembletout
το κοινωνικό σύνολο l'ensemble social
4 ομάδα αριθμών με κοινό χαρακτηριστικό ensemble
η θεωρία συνόλων la théorie des ensembles


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.