| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.268.595 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σύνταγμα |
0,02 sec. |
|
σύνταγμα constitution, regiment konstitucio constitution, régiment دستور, فوج pluk, ústava forfatning, regiment Regiment, Verfassung constitución, regimiento perustuslaki, rykmentti pukovnija, ustav costituzione, reggimento 憲法, 連隊 연대, 헌법 grondwet, heerschappij grunnlov, regiment konstytucja, pułk constituição, regimento конституция, полк grundlag, regemente กองทหาร, รัฐธรรมนูญ alay, yasalar hiến pháp, trung đoàn 兵团, 宪法 ουσ ουδ σύνταγμα ['sindaɣma] 1 οι νόμοι μιας χώρας constitution νόμος συντάγματος une loi de la constitution Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|