Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.440.579 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

σύνταξη

0,01 sec.
σύνταξη pension, syntax, superannuation retraite, syntaxe معاش důchod pension Rente pensión eläke mirovina pensione 年金 연금 pensioen pensjon emerytura aposentadoria, reforma пенсия pension บำนาญ emekli maaşı lương hưu 退休金
ουσ θ σύνταξη ['sindaksi]
1 η γραπτή παραγωγή κειμένου rédaction
η σύνταξη κειμένου la rédaction d'un texte
2 η δομή πρότασης syntaxe
λάθος σύνταξη une syntaxe erronée
3 το μηνιαίο ποσό που παίρνει κπ που δεν εργάζεται πια retraite; pension
σύνταξη πείνας une retraite de famine
4 η περίοδος της ζωής αφού σταματήσει κν να εργάζεται retraite
βγαίνω στη σύνταξη prendre sa retraite


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.