| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.440.579 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σύνταξη |
0,01 sec. |
|
σύνταξη pension, syntax, superannuation retraite, syntaxe معاش důchod pension Rente pensión eläke mirovina pensione 年金 연금 pensioen pensjon emerytura aposentadoria, reforma пенсия pension บำนาญ emekli maaşı lương hưu 退休金 ουσ θ σύνταξη ['sindaksi] 4 η περίοδος της ζωής αφού σταματήσει κν να εργάζεται retraite βγαίνω στη σύνταξη prendre sa retraite Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|