| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.360.531 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σύρμα |
0,01 sec. |
|
σύρμα whisk, wire سِلك drát wire Draht alambre vaijeri fil électrique žica filo metallico 針金 철사 metaalkabel ståltråd drut arame провод ledning ลวด tel dây kim loại 电线 ουσ ουδ σύρμα ['sirma] 1 μεταλλικό νήμα fil (de fer) στερεώνω κτ με σύρμα fixer qqch avec du fil de fer 2 ηλεκτρικό καλώδιο σε κολόνα fil électrique κολόνες με ηλεκτρικά σύρματα des poteaux électriques 3 το συρμάτινο σφουγγάρι paille de fer καθαρίζω κατσαρόλες με το σύρμα nettoyer des casseroles avec de la paille de fer Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|