Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.162.275 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

σώζω

0,03 sec.
σώζω save, retrieve sauver спасти, сохранять يُحافِظ على zachránit gemme retten salvar pelastaa štedjeti salvare 救う 구해주다 opslaan spare uratować salvar spara ช่วยชีวิต kurtarmak cứu 保存
ρ μετβ σώζω ['sozo]
1 γλιτώνω être sauvé/-ée
σώζω τη ζωή κάπoιου sauver la vie de qqn
2 προστατεύω défendre
σώζω το περιβάλλον protéger l'environnement
3 βγάζω από δύσκολη θέση sauver
σώζω την κατάσταση sauver la situation
4 αποθηκεύω δεδομένα enregistrersauvegarder
σώζω δεδομένα sauvegarder des données
ρ μεσοπαθ σώζομαι ['sozome]
γλιτώνω être sauvé/-ée
Σώθηκα από θαύμα. J'ai été sauvé par miracle.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.