| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.162.275 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σώζω |
0,03 sec. |
|
σώζω save, retrieve sauver спасти, сохранять يُحافِظ على zachránit gemme retten salvar pelastaa štedjeti salvare 救う 구해주다 opslaan spare uratować salvar spara ช่วยชีวิต kurtarmak cứu 保存 ρ μετβ σώζω ['sozo] 4 αποθηκεύω δεδομένα enregistrersauvegarder σώζω δεδομένα sauvegarder des données ρ μεσοπαθ σώζομαι ['sozome] γλιτώνω être sauvé/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|